Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

ΘΕΣΠΙΣΤΗΚΕ Ο ΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΜΙΚΡΗ ΔΕΗ" - ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΓΙΑ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ

  Με διαδικασία "εξπρές" και χωρίς καμία σοβαρή διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης το θερινό Τμήμα της Βουλής έσπευσε να ψηφίσει τον νόμο για την ίδρυση της λεγόμενης "μικρής ΔΕΗ"  με τον οποίο επιχειρείται η ιδιωτικοποίηση του 30 % της  ΔΕΗ Α.Ε.
  Το αίτημα για διεξαγωγή δημοψηφίσματος επί του εν λόγω νομοσχεδίου, το οποίο κατέθεσε αρχικώς ο ΣΥΡΙΖΑ και, βάσει του άρ. 44 παρ.2 του Συντάγματος, απαιτείτο προκειμένου να συζητηθεί από την ολομέλεια της βουλής η υπογραφή 120 βουλευτών, ουδέποτε έφθασε να συζητηθεί καν, αφού τα  ίδια τα κόμματα τα οποία εμφανίζονταν να  επιζητούν δήθεν την κρίση του λαού κατάφεραν να καταθέσουν κάθε ένα εξ αυτών δική του πρόταση και έδωσαν την ευκαιρία στην κυβερνητική πλειοψηφία να κρίνει ότι, εφόσον καμία πρόταση δεν συγκεντρώνει 120 υπογραφές, δεν στοιχειοθετούνται καν οι συνταγματικές προϋποθέσεις εισαγωγής του θέματος προς συζήτηση στην ολομέλεια.. Μάλιστα, φρόντισαν όλοι να απόσχουν και από την σχετική συνεδρίαση της βουλής και δεν υπερασπίστηκαν καν την ενότητα των προτάσεών τους, γελοιοποιώντας ακόμη περισσότερο την συνταγματική διαδικασία του άρ. 44  και αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά πόσο αναχρονιστική και ολιγαρχικού χαρακτήρα είναι η διάταξη του άρ. 44 του Συντάγματος η οποία εξαρτά την διεξαγωγή δημοψηφίσματος , από τους βουλευτές και όχι από τους ίδιους τους πολίτες , όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες.
    Ο θεσπισθείς νόμος 4273\2014 με τίτλο " Δημιουργία νέας καθετοποιημένης εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας", ο οποίος ήδη δημοσιεύθηκε σε χρόνο ρεκόρ στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προβλέπει ότι θα δημιουργηθεί μία νέα εταιρεία η οποία θα αποσχισθεί από την ΔΕΗ Α.Ε και εν συνεχεία θα πωληθεί σε ενδιαφερόμενους ιδιώτες.
    Η περιουσία της εν λόγω εταιρίας θα δημιουργηθεί με εισφορά από την ΔΕΗ του 30% του παραγωγικού δυναμικού και της πελατειακής βάσης της. Ως παραγωγικό δυναμικό εισφέρονται συγκεκριμένα :
      α. Τρεις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής λιγνίτη .
      β. Μία άδεια ηλεκτροπαραγωγής (Μελίτη ΙΙ) .
      γ. Τα δικαιώματα εκμετάλλευσης επτά ορυχείων λιγνίτη και 
      δ. Πέντε υδροηλεκτρικές μονάδες (άρ. 1).
    Εξάλλου, εισφέρεται (υποχρεωτικά και χωρίς να ερωτηθούν οι ίδιοι) και το πελατειακό δυναμικό που αντιστοιχεί στο 30 % προμηθευόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο θα προκύψει με σχετική απόφαση της ΔΕΗ Α.Ε. χωρίς οι πελάτες της νέας ΔΕΗ να έχουν το δικαίωμα να λύσουν μονομερώς τις συμβάσεις με την νέα εταιρεία πριν την παρέλευση τετραμήνου από την ολοκλήρωση της απόσχισης (άρ. 9).
      Η νέα εταιρεία θα διαθέτει και τους εργαζομένους της ΔΕΗ Α.Ε , με τις συμβάσεις που έχουν ως εργαζόμενοι στις εισφερόμενες μονάδες παραγωγικού δυναμικού και δεν θα δύναται να τους απολύσει πριν την παρέλευση πενταετίας.
    Ως αντάλλαγμα για την ως άνω εισφορά η ΔΕΗ Α.Ε. θα αποκτήσει τις μετοχές της εν λόγω εταιρείας , τις οποίες εν συνεχεία θα μεταβιβάσει με "ανοικτό διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό". Ο νόμος δεν ορίζει το πιο σημαντικό ζήτημα, ήτοι το ελάχιστο τίμημα της εν λόγω μεταβίβασης, αλλά αναφέρει αορίστως ότι αυτό θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με την συνολική λογιστική αξία των εισφερόμενων στοιχείων (ενεργητικό και παθητικό), όπως αυτή θα προσδιοριστεί  με βάση "διεθνή λογιστικά πρότυπα¨στον ισολογισμό της νέας εταιρείας (άρ. 2).
    Η σχετική σύμβαση απόσχισης θα αποφασιστεί από την ΓΣ των μετόχων της ΔΕΗ Α.Ε και θα εγκριθεί από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας  εφόσον διαπιστωθεί "η ύπαρξη και η νομιμότητα των πράξεων και διατυπώσεων" του νόμου 4273/2014.
     Φαίνεται ότι οι Έλληνες πολίτες δεν θα ενημερωθούν εάν τα περιουσιακά στοιχεία της κατά 50% κρατικής ΔΕΗ που θα μεταβιβαστούν σε ιδιώτες  είναι ή όχι " τα φιλέτα" της εταιρείας , ούτε θα μπορούν να αποφασίσουν εάν η πώληση των στοιχείων αυτών θα είναι επωφελής για το δημόσιο συμφέρον δηλαδή για τους ίδιους.
     Για άλλη μία φορά οι Έλληνες πολίτες τίθενται στο περιθώριο της πολιτικής ζωής. Θα συνεχίσουν να τους εμπαίζουν μέχρι να αποκτήσουν το δικαίωμα να προκηρύσσουν οι ίδιοι δημοψήφισμα για θέσπιση ή κατάργηση νόμου ή αλλαγή του Συντάγματος με την συλλογή υπογραφών.

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΟΥΤΕ ΣΤΟΥΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΕΣ ΟΥΤΕ ΣΤΟΥΣ ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΡΑΚΙΑ

  Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης επικράτησε δια της βίας η διεστραμμένη αντίληψη ότι το δημόσιο και η δημόσια περιουσία ταυτίζονται με εκείνους που εργάζονται σε αυτά, δηλαδή τους υπαλλήλους τους, οι δε υπάλληλοι ταυτίζονται με τους συνδικαλιστές που υποτίθεται ότι τους εκπροσωπούν. Η ταύτιση του δημοσίου με τους υπαλλήλους του και κυρίως με τους επικεφαλής αυτών συνδικαλιστές παραμόρφωσε πλήρως την θέση των δημοσίων υπαλλήλων και την σχέση τους με το δημόσιο συμφέρον και τους πολίτες, διότι ακολούθως , αφού θεωρήθηκε ότι το δημόσιο είναι οι υπάλληλοι που εργάζονται σε αυτό, το δημόσιο συμφέρον ταυτίστηκε με το συμφέρον των υπαλλήλων του, οι δε πολίτες προσέρχονται στις δημόσιες υπηρεσίες ως δούλοι προς εξουσιαστές και όχι ως εντολείς προς εντολοδόχους. Ακόμη περισσότερο, οι επικεφαλής συνδικαλιστές δεν εργάζονται καν. Εισπράττουν παχυλούς μισθούς για να ελέγχουν για λογαριασμό του κόμματος τους υπολοίπους δημοσίους υπαλλήλους, χτίζουν πολιτικές καριέρες και λεηλατούν όποτε μπορούν το δημόσιο χρήμα. Εάν κάποιος τους θίξει, δεν διστάζουν ασφαλώς να εκβιάσουν χρησιμοποιώντας την δημόσια περιουσία για δικό τους όφελος, καταλαμβάνοντας δημόσια κτίρια, ή κλείνοντας του διακόπτες της ΔΕΗ.      
  Βεβαίως , δεν είναι μόνο οι συνδικαλιστές εκείνοι που θεωρούν ότι η δημόσια περιουσία είναι τσιφλίκι τους. Το ίδιο θεωρεί στο σύνολό του ολόκληρο το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης, τόσο με την έννοια της πολιτικής τάξης και των κομμάτων εξουσίας , όσο και με την έννοια των ιδιωτών, οι οποίοι, συνεργαζόμενοι με το άθλιο πολιτικό σύστημα, πλουτίζουν απομυζώντας το δημόσιο χρήμα προς ίδιος όφελος. Ειδικά στην εποχή των μνημονίων, αντί όλοι αυτοί να περιοριστούν εν ονόματι της διάσωσης της χώρας και της ανάγκης χρηστής διαχείρισης, αποθρασύνθηκαν ακόμη περισσότερο, καθώς θεώρησαν ότι τους δίδεται μία θαυμάσια ευκαιρία, υπό το πρόσχημα της ανάγκης ιδιωτικοποιήσεων, να βάλουν χέρι στην δημόσια περιουσία και να την αποκτήσουν έναντι πινακίου φακής, πλουτίζοντας έτσι για μία ακόμη φορά σε βάρος της κοινωνίας.
   Το ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων έφερε σε σύγκρουση τους συνδικαλιστές και λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους με εκείνους που επιδιώκουν την πώληση δημόσιας περιουσίας σε ιδιώτες διότι οι μεν συνδικαλιστές και υπάλληλοι ενδιαφέρονται να μην χάσουν τα προνόμια και τις δουλειές τους, οι ιδιώτες σε συνεργασία με την άρχουσα πολιτική τάξη να πλουτίσουν υφαρπάζοντας τα φιλέτα του δημοσίου. 
   Συνδικαλιστές και άρχουσα πολιτική τάξη μαζί με τους δήθεν επενδυτές - προστατευόμενούς τους ερίζουν για την δημόσια περιουσία σαν να πρόκειται για τσιφλίκι τους. Αλλά η δημόσια περιουσία δεν ανήκει ούτε στους συνδικαλιστές, ούτε στο ελεεινό πολιτικό σύστημα , ούτε στους κρατικοδίαιτους ιδιώτες που θέλουν να την λεηλατήσουν. Η δημόσια περιουσία ανήκει στο ελληνικό κράτος και στους πολίτες του. Μόνο οι πολίτες πρέπει να είναι αρμόδιοι, κατόπιν πλήρους ενημέρωσης και δημόσιας διαβούλευσης, να αποφασίζουν με δημοψήφισμα το οποίο πρέπει να έχουν το δικαίωμα να προκαλούν οι ίδιοι με συλλογή συγκεκριμένου αριθμού υπογραφών,  εάν πρέπει ή όχι και με ποιους όρους να πωληθεί μέρος της δημόσιας περιουσίας.           
  Η δημόσια περιουσία πρέπει ασφαλώς να αξιοποιηθεί και πιθανότατα μέρος αυτής να είναι αναγκαίο να πωληθεί εφόσον η πώληση προσφέρει στο δημόσιο μεγαλύτερα οφέλη από την διατήρησή της. Αλλά η δημόσια περιουσία δεν είναι τσιφλίκι κανενός. Η κυβέρνηση, αντί να συγκρούεται με τους συνδικαλιστές και να επιχειρεί εν κρυπτώ να ιδιωτικοποιήσει την δημόσια περιουσία μέσα από τα θερινά τμήματα της βουλής πιθανότατα για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα, οφείλει αφού ενημερώσει με κάθε λεπτομέρεια τον ελληνικό λαό  για την ανάγκη , τους συγκεκριμένους όρους και τα κέρδη της κάθε ιδιωτικοποίησης , να ζητήσει  από τους πολίτες να αποφασίσουν οι ίδιοι εάν η ματαβίβαση δημόσιας περιουσίας αυτή είναι ή όχι προς το συμφέρον της ελληνικής κοινωνίας.