Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

ΤΟ ΒΟΥΛΕΥΟΜΕΝΟΝ , ΤΟ ΔΙΚΑΖΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙ ΤΑΣ ΑΡΧΑΣ

  Το αξίωμα ότι οι τρεις θεμελιώδεις εξουσίες τις πολιτείας δεν πρέπει να ασκούνται και να επικεντρώνονται σε ένα πρόσωπο αλλά να διακρίνονται, αποτελεί βασική αρχή της δημοκρατίας. Η αρχή αυτή έχει τις ρίζες της στον Αριστοτέλη (Πολιτικά).
  Αναφερόμενος στις τρεις εξουσίες της πολιτείας, ο Αριστοτέλης διέκρινε "το Βουλευόμενον περί των κοινών, το δικάζον και το περί τας αρχάς."  Ο δε λόγος της διάκρισης βασίζεται σε εκείνο που ο ίδιος ονόμαζε "εν μέρει άρχεσθαι και εν μέρει άρχειν", ήτοι ότι ουδείς πολίτης πρέπει να είναι ο απόλυτος και ανεξέλεγκτος άρχων , αλλά κάθε ένας πρέπει ασκεί μέρος μόνο της πολιτικής εξουσίας, ώστε όλοι οι πολίτες να μοιράζονται την εξουσία, αλλά και όλοι να είναι ελεγχόμενοι.
  Σήμερα, το βουλευόμενον, το δικάζον και το περί τας αρχάς καλούνται αντίστοιχα νομοθετική, δικαστική και εκτελεστική εξουσία. Η νομοθετική εξουσία ψηφίζει τους νόμους, η εκτελεστική διοικεί σύμφωνα με τους νόμους και η δικαστική εξουσία ελέγχει εάν η έννομη τάξη τηρήθηκε.   
   Το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, εμφανίζεται να αποδέχεται κατ' αρχήν  την διάκριση των εξουσιών (άρ. 26 Σ),  αλλά στην συνέχεια καθιερώνει ένα σύστημα διασταύρωσης των εξουσιών και υποταγής των λοιπών εξουσιών στην εκτελεστική εξουσία με τις εξής κυρίως ρυθμίσεις:
(1) Δεν προβλέπει χωριστές εκλογές για την ανάδειξη βουλής και κυβέρνησης, ούτε κατοχυρώνει το ασυμβίβαστο των θέσεων βουλευτή και υπουργού, αλλά , απεναντίας , επιτάσσει στο άρ. 84 ότι η κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της βουλής με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να έχει πάντοτε με το μέρος την πλειοψηφία της βουλής. Έτσι, κυβέρνηση και βουλή ταυτίστηκαν, ενώ ακόμη και η νομοθετική πρωτοβουλία κατέληξε να είναι προνόμιο της κυβέρνησης με την βουλή ουραγό.
 (2) Η ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων διορίζεται από το υπουργικό Συμβούλιο (άρ. 90). Έτσι ελέγχεται η ηγεσία της δικαιοσύνης και , εμμέσως, ως κάποιο βαθμό, οι προαγωγές, οι μεταθέσεις και πειθαρχικές διώξεις, οι δε δικαστές γνωρίζουν καλά ότι εάν θέλουν να ανέλθουν στην ανώτατη βαθμίδα πρέπει να μην αντιτάσσονται στις κυβερνητικές μεθοδεύσεις. .
 (3) Σύμφωνα με το άρ. 86 Σ, τα ποινικά αδικήματα μελών της κυβέρνησης δεν ερευνώνται , ούτε διώκονται από την δικαιοσύνη, όπως συμβαίνει με τους κοινούς πολίτες, αλλά μόνο κατόπιν απόφασης της πλειοψηφίας βουλής, η οποία ελέγχεται από την κυβέρνηση. Έτσι η κυβέρνηση αποφασίζει εμμέσως εάν θα ερευνηθεί ή θα διωχθεί πρόσωπο που διετέλεσε μέλος παρούσας ή προηγούμενης κυβέρνησης για έγκλημα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
    Όλα τα παραπάνω επιτείνονται από το άθλιο σύστημα κομματοκρατίας με κόμματα τριτοκοσμικού τύπου όπου ο αρχηγός είναι ο απόλυτος μονάρχης. Οι "κυβερνητικοί" βουλευτές φοβούνται ότι εάν ψηφίσουν ενάντια στην θέληση του αρχηγού, όχι μόνο δεν θα γίνουν ποτέ υπουργοί, αλλά θα διαγραφούν πάραυτα και θα εξαφανιστούν από την πολιτική ζωή. Με αυτόν τον τρόπο ψηφίζονται οι νόμοι, αλλά και με τον ίδιο τρόπο κουκουλώθηκαν σειρές σκανδάλων και εγκλήματα μελών κυβερνήσεων έμειναν ατιμώρητα.
   Η προαναφερθείσα καταπάτηση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών άφησε ανεξέλεγκτο επί 35 και πλέον έτη το πολιτικό σύστημα της κομματοκρατίας, της οικογενειοκρατίας και της διαφθοράς να αλωνίσει τον δημόσιο πλούτο και να καταληστέψει το δημόσιο χρήμα, οδηγώντας την χώρα στην χρεοκοπία. Σήμερα, τρία έτη μετά το πρώτο μνημόνιο, ουδείς μπορεί να αποτιμήσει ποσοτικά το μέγεθος αυτής της καταλήστευσης, διότι το πολιτικό σύστημα δεν επιτρέπει θεσμικά τέτοιου είδους έρευνες.
  Σήμερα, το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης , για να καλύψει τα κρατικά χρέη που το ίδιο δημιούργησε, αντί να συναινέσει στην θεσμική αναγέννηση της χώρας, ώστε να θεραπευθούν οι αιτίες που οδήγησαν στην χρεοκοπία, εξαναγκάζει την κοινωνία να πληρώσει τον λογαριασμό και την οδηγεί στην φτώχεια και στην εξαθλίωση. Αντί να δεχθεί τον έλεγχο και την διαφάνεια εφαρμόζοντας πραγματικά την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, επιχειρεί να εξαφανίσει κάθε ψήγμα αντίστασης και να να γελοιοποιήσει  ακόμη περισσότερο την νομοθετική και την δικαστική εξουσία .
  Τις τελευταίες ημέρες η κυβέρνηση η οποία διακηρύσσει με τρόπο που αγγίζει τα όρια της γελοιότητας ότι δήθεν  αγωνίζεται για την αναμόρφωση και θεσμική αλλαγή της χώρας, αντί να επιδιώξει την δικαστική έρευνα για τον τρόπο με τον οποίο, χωρίς καμία απολύτως εξασφάλιση, χορηγήθηκαν τραπεζικά δάνεια σε κόμματα, δημόσιο και άλλους φορείς με αποτέλεσμα την οικονομική κατάρρευση των ελληνικών τραπεζών, έσπευσε κρυφά από την κοινωνία να πετύχει την ψήφιση τροπολογίας για την απαλλαγή από κάθε ευθύνη των στελεχών τραπεζών για δάνεια σε κόμματα και δημόσιο τομέα. Και αντί να επιχειρήσει  με μεθοδευμένο τρόπο την ριζική αναμόρφωση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, η οποία φθάνει στο επίπεδο της αρνησιδικίας και ταλειπωρεί τους πολίτες, επιχείρησε να καταργήσει με νόμο δικαστικές αποφάσεις που αφορούσαν προσωρινή δικαστική προστασία από απόλυση εργαζομένων στο δημόσιο.
   Αλλά η δικαστική και η νομοθετική εξουσία δεν μπορεί να είναι οι θεραπαινίδες της κυβέρνησης και του εκάστοτε υπερφίαλου και πομπώδη αρχηγού της. Εάν θέλουμε όλοι αυτοί κάποτε να λογοδοτήσουν και να επικρατεί διαφάνεια στον δημόσιο βίο της χώρας, η κοινωνία πρέπει να πάψει να ακούει τις ανοησίες τους και να τους εξαναγκάσει σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα όπου θα είναι απολύτως σεβαστός ο έλεγχος και η διάκριση των εξουσιών.