Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ- ΜΕΡΟΣ 2o : 10 ΚΡΑΥΓΑΛΕΕΣ ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ

  Στο 1ο μέρος της παρούσας τριλογίας ανάδειξης των σοβαρών ζητημάτων του οπισθοδρομικού Συντάγματος της Ελλάδος αναφερθήκαμε σε δέκα απαράδεκτες διατάξεις του , οι οποίες χρήζουν ριζικής αναμόρφωσης. Αλλά το πράγμα δεν σταματάει εδώ: Το ισχύον Σύνταγμα παρουσιάζει και κραυγαλέες ελλείψεις. Εξ αυτών, οι δέκα πιο σημαντικές είναι οι ακόλουθες:
  1. Δεν προβλέπεται υποχρεωτική λογοδοσία όλων όσοι ασκούν δημόσια εξουσία και διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα: Η έλλειψη μίας τέτοιας γενικής διάταξης στο Σύνταγμα, επέτρεψε σε πολιτικούς να εξαπατούν χωρίς κυρώσεις τους πολίτες με ψευδείς υποσχέσεις και ήταν υπεύθυνη για την εικόνα πρωθυπουργών που παραδίδουν στους διαδόχους τους άδεια γραφεία, και υπουργών που κατά την αποχώρησή τους από το υπουργείο παίρνουν μαζί τους χωρίς κανέναν έλεγχο δημόσια αρχεία και λίστες. Η έλλειψη λογοδοσίας οδηγεί ασφαλώς στην αυθαιρεσία. Το Σύνταγμα θα έπρεπε περιλαμβάνει μία γενική διάταξη η οποία να επιτάσσει ότι κάθε πρόσωπο το οποίο ασκεί δημόσια εξουσία ή διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα οφείλει να ελέγχεται κατά την διάρκεια της θητείας του και να λογοδοτεί δημόσια μετά το τέλος αυτής.Όλοι όσοι διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα δεν θα πρέπει να προστατεύονται από κανένα απόρρητο και η εικόνα της περιουσία τους θα πρέπει να είναι προσιτή σε κάθε πολίτη της χώρας. 
     2. Δεν προβλέπεται υποχρεωτικός έλεγχος των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων από την Δικαιοσύνη: Το άρ. 29 Σ , το οποίο αναφέρεται στα πολιτικά κόμματα, προβλέπει έλεγχο μόνο στις εκλογικές τους δαπάνες από όργανο στο οποίο συμμετέχουν και δικαστικοί λειτουργοί.Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων να είναι διάτρητος και να  διενεργείται από επιτροπή στην οποία οι δικαστές είναι μειοψηφία. Τα κόμματα, αντί χώροι άσκησης δημοκρατίας, έχουν αποδειχθεί εστίες διαφθοράς και διαπλοκής, αφού έχει αποδειχθεί ότι αντί να ενεργούν με γνώμονα το εθνικό συμφέρον πολλές φορές δωροδοκούνται βλαπτοντας το δημόσιο χρήμα προκειμένου να παράσχουν πολιτική προστασία. Τα οικονομικά τους πρέπει να ελέγχονται από το ανώτατο δικαστήριο του Ελεγκτικού Συνεδρίου χωρίς κανένα τραπεζικό ή άλλο απόρρητο.
        3. Δεν υφίσταται Συνταγματικό Δικαστήριο: Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων διενεργείται από τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων, παρεπιμπτόντως, δηλαδή πάντοτε με αφορμή μία ατομική περίπτωση, ή μία ατομική διοικητική πράξη, ενώ επιπλέον δεν επιτρέπεται ο έλεγχος εάν τηρήθηκε η συνταγματική διαδικασία για την ψήφιση ενός νόμου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο έλεγχος να είναι ελλειπής, να υπάρχει ανασφάλεια δικαίου και να εκδίδονται αντιφατικές αποφάσεις. Χρειαζόμαστε ένα ανεξάρτητο Συνταγματικό Δικαστήριο , κατά τα πρότυπα της Ιταλίας ή της Γερμανίας, με μέλη νομικούς αλλά όχι αποκλειστικά τακτικούς δικαστές ( λ.χ. 15μελές του οποίου τα μέλη θα επιλέγονται με κλήρωση μεταξύ ανωτάτων δικαστών, καθηγητών των νομικών σχολών και δικηγόρων με τουλάχιστον 20ετή εμπειρία), το οποίο θα αναλαμβάνει , είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προσφυγής, τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων , συμπεριλαμβανομένου και του ελέγχου της τπηρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ψήφισή τους. 
    4. Δεν υπάρχει περιορισμός θητειών για βουλευτές και μέλη κυβερνήσεων: Η ύπαρξη δυνητικά απεριόριστου αριθμού θητειών για βουλευτές και μέλη κυβερνήσεων προσέδωσε καθεστωτικό και επαγγελματικό χαρακτήρα στην άσκηση της εξουσίας τους και οδήγησε πολλούς εξ αυτών σε παράνομες πράξεις και απατηλές υποσχέσεις προκειμένου να πετύχουν την επανεκλογή τους. Ακόμη και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν επιτρέπεται να εκλέγεται για περισσότερες από δύο θητείες. Απαιτείται  συνταγματική διάταξη η οποία θα απαγορεύει στο ίδιο πρόσωπο να εκλέγεται βουλευτής ή αρχηγός της κυβέρνησης για περισσότερες από δύο θητείες.
     5. Δεν υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτή και μέλους κυβέρνησης: Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ασυμβίβαστο των θέσεων βουλευτή και μέλους κυβέρνησης είχε ως αποτέλεσμα την υποταγή της νομοθετικής στην εκτελεστική εξουσία. Οι βουλευτές, αντί να νομοθετούν, μετατράπηκαν σε θλιβεροί χειροκροτητές της κυβέρνησης προκειμένου να εξασφαλίσουν κυβερνητική θέση, ενώ τα γραφεία των υπουργών, αντί να διοικούν, μετατράπηκαν σε χώρους ρουσφετιών προκειμένου να εξασφαλιστεί η επανεκλογή τους ως βουλευτές. Χρειάζεται ρητή διάταξη η οποία να ορίζει ότι τα  μέλη της κυβέρνησης απαγορεύεται να έχουν την βουλευτική ιδιότητα. Αυτή η αυστηρή διάκριση των εξουσιών θα προσδώσει κύρος τόσο στην βουλευτική, όσο και στην εκτελεστική εξουσία.
   6. Δεν προβλέπονται χωριστές εκλογές για ανάδειξη της Βουλής και της Κυβέρνησης: Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος που διαθέτει  την απόλυτη πλειοψηφία στην βουλή, ή εκείνος που θα πετύχει να λάβει η κυβέρνησή του μέσα από συνεργασία κομμάτων την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η διάταξη αυτή, με βάση την οποία διενεργούνται μόνο βουλευτικές εκλογές και η κυβέρνηση προκύπτει μέσα από την βουλή, αντίκειται στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, δημιούργησε σύγχυση στους πολίτες για τα κριτήρια της ψήφου τους στις βουλευτικές εκλογές, επέφερε σχέσεις διαπλοκής μεταξύ βουλευτικής και εκτελεστικής εξουσίας και, τελικώς, και έλλειψη κυβερνητικής σταθερότητας. Απαιτείται η θέσπιση ξεχωριστών εκλογών για την ανάδειξη της βουλής και της κυβέρνησης, ώστε οι πολίτες να δύνανται να ψηφίζουν με άλλα κριτήρια για την επιλογή των νομοθετών και με άλλα για την επιλογή των προσώπων που θα διοικήσουν το κράτος.  Επίσης, θα πρέπει να καταργηθεί ως άνευ νοήματος η απαίτηση η κυβέρνηση να διαθέτει την εμπιστοσύνη της βουλής.
     7. Το Σύνταγμα δεν προβλέπει αποσύνδεση της κυβέρνησης από το κόμμα: Απεναντίας, ορίζει στο άρ. 37 ότι ο Πρωθυπουργός πρέπει να είναι και αρχηγός του κόμματος που έχει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στην Βουλή. Η διάταξη αυτή, εάν συνδυαστεί με τόσες άλλες που ήδη αναφέρθηκαν, κατέστησε τον πρωθυπουργό κυρίαρχο του πολιτικού παιχνιδιού αφού το ίδιο πρόσωπο ελέγχει το κόμμα, την κυβέρνηση, την βουλή και διορίζει την ηγεσία της Δικαιοσύνης χωρίς να ελέγχεται από κανέναν. Απαιτείται η αποσύνδεση της κυβέρνησης από το κόμμα. Ο αρχηγός της κυβέρνησης δεν πρέπει να είναι αρχηγός του κόμματός του.
   8. Δεν κατοχυρώνονται ούτε καν στοιχειώδεις θεσμοί εσωκομματικής δημοκρατίας: Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα λειτουργούν με όρους Τρίτου Κόσμου. Διοικούνται από λίγα πρόσωπα ή ομάδες, χωρίς σταθερούς κανόνες λειτουργίας. Οι αρχηγοί καθορίζουν την ηγετική ομάδα, διαγράφουν πρόσωπα και διαλύουν όργανα που δεν τους είναι αρεστά. Υπό αυτές τις συνθήκες, πολίτες με αξιοπρέπεια, ανεξαρτησία και εντιμότητα, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμβάλουν στον πολιτικό βίο της χώρας, αποφεύγουν να ενταχθούν στα πολιτικά κόμματα και αφήνουν την θέση τους στους αφισοκολλητές και στους διεφθαρμένους.  Αλλά το πολιτικό κόμμα είναι θεσμός της Δημοκρατίας, οφείλει να παράγει ιδέες , θέσεις και προτάσεις και η λειτουργία του με όρους ιδιοκτησίας, ή συμμορίας έχει σοβαρές συνέπειες για την λειτουργία του πολιτεύματος. Το Σύνταγμα οφείλει να κατοχυρώσει την εσωκομματική δημοκρατία επιβάλλοντας θεσμούς όπως το καταστατικό υποχρεωτικής ισχύος, το εσωκομματικό δημοψήφισμα, η ανάδειξη των οργάνων μέσα από εκλογές κλπ. 
        9. Δεν  κατοχυρώνεται η πολιτική ισότητα των κομμάτων: Υφίστανται τεράστιες ανισότητες μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, καθώς τα μεν κόμματα της βουλής λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση και δάνεια από τις τράπεζες και εξασφαλίζουν προνομιακή προβολή από τα συστημικά μμε με τα οποία διαπλέκονται , τε δε μικρότερα κόμματα, ή τα νέα κόμματα αποκλείονται, τόσο από την χρηματοδότηση, όσο και από την προβολή. Οι πολίτες δεν γνωρίζουν ούτε καν την ύπαρξη κάποιων κομμάτων ακόμη και την ημέρα των εκλογών. Με αυτό τον τρόπο το πολιτικό σύστημα επιχειρεί να διαιωνίσει την εξουσία του και να αποτρέψει την ανάδειξη νέων δυνάμεων ματαιώνοντας έτσι την ανανέωση του δημόσιου βίου της χώρας. Το Σύνταγμα οφείλει να κατοχυρώσει το δικαίωμα κάθε πολιτικού κόμματος να παρουσιάσει κατά την προεκλογική περίοδο τις θέσεις του ενώπιον των πολιτών εξίσου με τα λοιπά πολιτικά κόμματα, ανεξαρτήτως της δύναμης που έλαβε κάθε κόμμα στις προηγούμενες εκλογές.
   10. Δεν διασφαλίζεται ο αυστηρός έλεγχος των μμε σύμφωνα με τους κανόνες της διάφανειας: Τα συστημικά μμε διαπλέκονται με την πολιτική εξουσία , της παρέχουν αποκλειστική προβολή και απολαμβάνουν ως αντάλλαγμα λειτουργία χωρίς άδεια και άλλες καταβολές προς το δημόσιο, προνομιακή τραπεζική χρηματοδότηση και άφθονο κρατικό χρήμα από παραχώρηση δημοσίων έργων και προμηθειών. Η διαπλοκή βλάπτει καίρια την χώρα διότι, αφενός καταληστεύεται το δημόσιο και τραπεζικό χρήμα και, αφετέρου παρεμποδίζεται η ανανέωση της πολιτικής ζωής και η ανάδειξη νέων πολιτικών ιδεών και θέσεων. Το Σύνταγμα οφείλει να σπάσει τον γόρδιο δεσμό εξουσίας, τραπεζών, εργολάβων και μμε, ορίζοντας ότι τα μμε πρέπει να διαθέτουν νόμιμη άδεια λέιτουργίας και να μην έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις τράπεζες και το δημόσιο.      

Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ- ΜΕΡΟΣ 1ο : 10 ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΡΗΖΟΥΝ ΡΙΖΙΚΗΣ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

  Το ισχύον Σύνταγμα δεν αναμορφώνεται με μία απλή αναθεώρηση μικρής ή μεγαλύτερης έκτασης. Τα προβλήματά του συνιστάμενα, από την μία πλευρά σε πλήθος απαράδεκτων ή προβληματικών διατάξεων και, από την άλλη πλευρά, σε κραυγαλέες ελλείψεις, δεν αφήνουν περιθώρια για ημίμετρα αλλά απαιτούν την κατεδάφισή του και την θέσπιση νέου. Ειδικά όσον αφορά τις απαράδεκτες διατάξεις του ισχύοντος συντάγματος, πιο ενδεικτικές είναι οι εξής:

1. Άρ. 27 : Σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 27 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος, η βουλή διαθέτει τόσο μεγάλη εξουσία, ώστε δύναται, χωρίς να λάβει την έγκριση των πολιτών, να μεταβάλει ακόμη και τα σύνορα της χώρας και να παραχωρήσει εθνικό έδαφος : " Καμία μεταβολή στα όρια της επικράτειας δεν μπορεί να γίνει χωρίς νόμο που ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών."  Πρόκειται περί διάταξης  αδιανόητης σε κάθε δημοκρατικό κράτος.Μόνο οι πολίτες, με δημοψήφισμα κατόπιν πρότασης της βουλής, πρέπει να είναι αρμόδιοι να αποφασίζουν την αλλαγή των ορίων της επικράτειας.

2. Άρ. 41: Σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 41 παρ.2 Σ, η κυβέρνηση έχει το δικαίωμα, όποτε αυτή επιθυμεί, να επιτυγχάνει την διάλυση της βουλής και την προκήρυξη εκλογών επικαλούμενη εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας: "Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Βουλή με πρόταση της Κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας." Χάρη σε αυτή την διάταξη, οι βουλευτικές εκλογές διενεργούνται με γνώμονα, όχι τις ανάγκες της χώρας αλλά  τα μικροκομματικά συμφέροντα κάθε Κυβέρνησης προκειμένου να αιφνιδιάσει και να υπερισχύσει των κομματικών της αντιπάλων. Οι εκλογές πρέπει να διεξάγονται σταθερά κάθε τέσσερα χρόνια και μάλιστα να διενεργούνται χωριστά εκλογές για βουλή και για κυβέρνηση, ώστε οι πολίτες να ψηφίζουν με διαφορετικά κριτήρια για νομοθέτη και κυβερνήτη και να μην διαπλέκονται η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία.
      
3.Άρ. 44: Σύμφωνα με την παρ. 2 άρ.44 Σ, δημοψήφισμα προκηρύσσεται μόνο με απόφαση της βουλής για κρίσιμο εθνικό θέμα, ή για ψηφισμένο νομοσχέδιο: " Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα , ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού  των βουλευτών που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον πρόεδρο της δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών..." Αλλά κατ' αυτόν τον τρόπο, , κατά τον οποίο το δημοψήφισμα προκηρύσσεται μόνο "από τα πάνω", οι πολίτες απώλεσαν την δυνατότητα να επεμβαίνουν οι ίδιοι και να ασκούν άμεσα την πολιτική εξουσία όταν οι αντιπρόσωποί τους καταχρώνται της εντολής που έχουν λάβει, ώστε, ή να καταργούν νόμο που τέθηκε ενάντια στα συμφέροντά τους , ή να επιτυγχάνουν την θέσπιση νόμου, ή να ανακαλούν πρόσωπα που ασκούν δημόσια εξουσία ενάντια στα συμφέροντα της κοινωνίας. Η καθιέρωση της δυνατότητας των πολιτών να προκαλούν δημοψήφισμα για θέσπιση ή κατάργηση νόμου ή ανάκληση αξιωματούχου με συλλογή υπογραφών (λ.χ. 100.000), η οποία προβλέπεται στα Συντάγματα άλλων χωρών (Ιταλία, Ελβετία, Ουγγαρία, Πολιτείες των ΗΠΑ κλπ) είναι επιβεβλημένη και διότι βελτιώνει την ίδια την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, καθώς εξαναγκάζει τους εντολοδόχους του λαού να σέβονται περισσότερο τους εντολείς τους.

4. Άρ.62: Σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 62 παρ.1 Σ, κανένας βουλευτής δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά χωρίς άδεια της βουλής: " Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται, ούτε συλλαμβάνεται , ούτε φυλακίζεται, ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του σώματος." Με την διάταξη αυτή οι εκπρόσωποι του λαού πέτυχαν η ποινική τους δίωξη να εξαρτάται από τους ίδιους και κατ' αυτόν τον τρόπο εξασφάλισαν την ατιμωρησία τους και την προνομιακή ποινική τους μεταχείριση έναντι των υπολοίπων πολιτών. Αλλά εάν οι αντιπρόσωποι των πολιτών απολαμβάνουν ποινικής ασυλίας , τότε , αντί να υπηρετούν τον λαό μετατρέπονται σε εξουσιαστές του. Οι βουλευτές πρέπει να διώκονται ποινικά με απόφαση του αρμόδιου εισαγγελέα όπως κάθε πολίτης.

5. Άρ.63: Δια της διάταξης του άρ.63 καθιερώθηκε προνομιακή οικονομική μεταχείριση των βουλευτών έναντι των υπολοίπων πολιτών: " 1. Οι βουλευτές , για την άσκηση του λειτουργήματός τους δικαιούνται από το δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες . Το ύψος τους καθορίζεται με απόφαση της Βουλής. 2. Οι βουλευτές απολαμβάνουν συγκοινωνιακή, ταχυδρομική και τηλεφωνική ατέλεια που η έκτασή της καθορίζεται με απόφαση της ολομέλειας της Βουλής." Στην δημοκρατία δεν χωρούν προνόμια καμίας τάξης έναντι των υπολοίπων.

6.Άρ.73: Σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 73παρ.1 Σ το δικαίωμα πρότασης νόμων προς συζήτηση στην Βουλή ανήκει αποκλειστικά "στην βουλή και στην κυβέρνηση".  Αλλά σε όλες τις δημοκρατικές χώρες δικαίωμα πρότασης νόμων θα πρέπει να έχουν και οι πολίτες άμεσα μέσω συλλογής του αναγκαίου αριθμού υπογραφών (λ.χ 20.000).

7. Άρ.86:  Η διαβόητη διάταξη του άρ. 86 Σ της δήθεν ευθύνης υπουργών κατοχύρωσε την πρωτοφανή ποινική ατιμωρησία των μελών κυβερνήσεων για εγκλήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους : "Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της κυβέρνησης ή υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει. ... Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση, ή προκαταρκτική εξέταση .... δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής κατά την παράγραφο 3. ... Η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος. " Η σκανδαλώδης ατιμωρησία των μελών κυβερνήσεων , η οποία υπέθαλψε την καταλήστευση του δημοσίου χρήματος, την διαπλοκή και την διαφθορά, πρέπει να παύσει και να αναλάβει η δικαιοσύνη να διαλευκάνει τα ποινικά τους αδικήματα , όπως συμβαίνει για κάθε πολίτη.

8. Άρ. 90: Η διάταξη της παρ.5 άρ.90 Σ ορίζει ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης επιλέγεται από το Υπουργικό Συμβούλιο: " Οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου του Συμβουλίου της Επικρατείας.... ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου..." Σε καμία χώρα της Ευρώπης δεν υφίσταται ανάλογη διάταξη υποταγής της Δικαιοσύνης στην εκάστοτε κυβέρνηση. Η ηγεσία των Δικαστηρίων και της Εισαγγελίας οφείλει να είναι ανεξάρτητη και να επιλέγεται με κλήρωση μεταξύ των μελών τους.

9. Άρ. 107: Σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 107 παρ.1 εδ.β΄Σ αναγνωρίζεται στους εφοπλιστές προνομιακό φορολογικό καθεστώς, το οποίο επειδή περιβάλλεται συνταγματικής ισχύος , δεν μπορεί να τροποποιηθεί με θέσπιση αντίθετου νόμου: Αυξημένη τυπική ισχύ "έχουν και οι διατάξεις των κεφαλαίων Α΄έως και Δ΄του τμήματος του νόμου 27/75 περί φορολογίας πλοίων, επιβολής εισφοράς προς ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας, εγκαταστάσεως ναυτιλιακών επιχειρήσεων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων." Είναι αδιανόητο κάποιες οικονομικές τάξεις να διασφαλίζουν προνομιακή μεταχείριση μέσω του Συντάγματος.

10. Το άρ. 110 αποτελεί την πιο απαράδεκτη διάταξη του ισχύοντος Συντάγματος, αφενός διότι επιχειρεί να εμποδίσει κάθε δημοκρατική εξέλιξη απαγορεύοντας την αλλαγή του πολιτεύματος της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στους αιώνες των αιώνων και, αφετέρου, διότι αποκλείει τους πολίτες από την αναθεώρηση του Συντάγματός τους και αναθέτει την εξουσία στους αντιπροσώπους μέσα από μία διάτρητη διαδικασία δύο Βουλών, εκ των οποίων η πρώτη καλείται να αποφασίσει ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν και η δεύτερη που θα προκύψει μετά από βουλευτικές εκλογές προβαίνει σε αναθεώρηση χωρίς καμία δέσμευση, ακόμη και με πλειοψηφία 151 βουλευτών, χωρίς να υποχρεούται να λάβει υπόψη την βούληση της κοινωνίας. Το άρ. 110 Σ όχι μόνο δεν παρέχει καμία εγγύηση ότι η αλλαγή του Συντάγματος θα γίνεται προς το συμφέρον των πολλών, αλλά τελικά την καταλείπει έρμαιο μία μικρής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας - μειοψηφίας στην κοινωνία. Απαιτείται πλήρης αναμόρφωση της διαδικασίας ώστε, αφενός να μην εμποδίζεται η αλλαγή της μορφής του πολιτεύματος λ.χ σε προεδρική δημοκρατία και, αφετέρου, η αλλαγή του Συντάγματος να αποφασίζεται μόνο με δημοψήφισμα, το οποίο, είτε θα προκηρύσσεται από την βουλή, είτε απευθείας από τους πολίτες, με κατάθεση συγκεκριμένης πρότασης και συλλογή 200.000 υπογραφών. 

Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

   Η δίκη του Χριστού, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται από κανέναν ιστορικό της εποχής, υπήρξε ίσως η πιο καθοριστική δίκη στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και τούτο διότι, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, το αποτέλεσμά της, δηλαδή η θανατική καταδίκη του Ιησού, αποτέλεσε την αφετηρία για την ίδρυση της Χριστιανικής θρησκείας και την εξάπλωση του Χριστιανισμού σε κάθε γωνία του κόσμου.
    Περί της δίκης, όπως προαναφέρθηκε, ουδείς ιστορικός κάνει λόγο καθώς οι εξελίξεις στον χώρο του εβραϊκού έθνους θεωρούντο ασήμαντες. Οι μοναδικές πληροφορίες- σε ορισμένες περιπτώσεις αντικρουόμενες- προέρχονται από τους Ευαγγελιστές Ματθαίο, Μάρκο, Λουκά και Ιωάννη. Εξ αυτών, μαθητές του Ιησού ήταν ο Ματθαίος και ο Ιωάννης. Ο Μάρκος και ο ελληνικής καταγωγής Λουκάς υπήρξαν συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου.
   Τέσσερα εμφανίζονται τα στάδια της διαδικασίας μέχρι την έκδοση της απόφασης περί θανατικής καταδίκης. Το στάδιο της σύλληψης, το στάδιο της ανάκρισης, το στάδιο της διαδικασίας ενώπιον των Εβραϊκού Συνεδρίου και το στάδιο ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου.
   Η σύλληψη (όπως και η θανάτωση) του Χριστού αποφασίστηκε από το εβραϊκό ιερατείο με την γελοία πρόφαση ότι είχε αποκτήσει πολλούς οπαδούς και εξαιτίας του υφίστατο κίνδυνος επανάστασης και καταστροφής του έθνους (Κατά Ιωάννην, ια΄). Εκτελέστηκε δε με την κρίσιμη συνδρομή του Ιούδα, καθώς ο Ιησούς γνώριζε τις διαθέσεις των εχθρών του, ελάμβανε προφυλάξεις και δεν ήταν γνωστή η ακριβής διαμονή του. (Βλ. Κατά Ιωάννην  ια΄ 54: "Ιησούς ουν ουκέτι παρρησία περιπάτει εν τοις Ιουδαίοις αλλά απήλθεν εκείθεν εις την χώραν εγγύς της ερήμου"). Ο Ιούδας, ως μαθητής του Ιησού, γνώριζε πού ευρισκόταν. Μέτεβη ο ίδιος στο ιερατείο και προσφέρθηκε να τον παραδώσει. Η επιχείρηση εκτελέσθηκε νύχτα και συμμετείχε σε αυτήν μεγάλη ομάδα οπλισμένη με μαχαίρια και ρόπαλα ( Βλ. κατά Ματθαίον, κστ, 47: " ιδού Ιούδας εις των δώδεκα ήλθε, και μετ' αυτού όχλος πολύς μετά μαχαιρών και ξύλων ". Παρόμοια εξιστορούν ο Μάρκος και ο Λουκάς, ενώ ο Ιωάννης αναφέρει ότι στην σύλληψη συμμετείχε εκτός του όχλου και στρατιωτική ομάδα διοικούμενη από Χιλίαρχο, ιη΄, 12). Η ομάδα πέριξ του Ιησού επιχείρησε να αντισταθεί , αλλά ο Ιησούς τους απέτρεψε και παραδόθηκε αποτρέποντας την αιματοχυσία και την σύλληψη των μαθητών του ( Κατά Ματθαίον, ό.π. 47 επ., ομοίως Μάρκος και Λουκάς, ο Ιωάννης αναφέρει ότι επιχείρησε να αντισταθεί ο Πέτρος , ιη΄,10). Κατόπιν ο Ιησούς οδηγήθηκε ενώπιον του αρχιερέα Καϊάφα και του λοιπού ιερατείου.
   Ο Ιωάννης ( ιη 12-23) αναφέρει ότι, πριν μεταχθεί στον Καϊάφα, ο Ιησούς οδηγήθηκε ενώπιον του Άννα, πρώην αρχιερέα και πεθερού του Καϊάφα. Ο Άννας τον ανέκρινε ρωτώντας τον ποιοι είναι η μαθητές του και ποια η διδασκαλία του . Ο Ιησούς δεν είπε τίποτε για τους μαθητές του , ενώ, όσον αφορά την διδασκαλία του, απάντησε ότι δεν ήταν κρυφή αλλά δημόσια και κάλεσε τον Άννα να ρωτήσει εκείνους που τον είχαν ακούσει. Η απάντηση εξόργισε κάποιον από τους παριστάμενους τραμπούκους, ο οποίος τον ράπισε. Κατόπιν αυτών ο Άννας θεώρησε περαιωθείσα την ανάκριση και απέστειλε τον Ιησού δεμένο στον αρχιερέα Καϊάφα.
   Η διαδικασία η οποία διεξήχθη ενώπιον του Καϊάφα και του λοιπού εβραϊκού συνεδρίου προσέλαβε τα χαρακτηριστικά εξώφθαλμα σκηνοθετημένης δίκης με άσκηση βίας κατά του κατηγορουμένου και επιστράτευση ψευδομαρτύρων. (Κατά Ματθαίον,  κστ, 57-75, κατά Λουκάν, κβ΄). Τελικώς, διέξοδο και δικαιολογία για την προαποφασιμένη καταδίκη παρείχε η ίδια η απάντηση ("συ είπας") του Ιησού στην ερώτηση του Καϊάφα εάν είναι "ο Χριστός ο υιός του Θεού". Ο Καϊάφας άδραξε την ευκαιρία να σκίσει τα ιμάτιά του και να αναφωνήσει: "Τι μας χρειάζονται οι μάρτυρες; Ιδού η βλασφημία!" Αμέσως το συνέδριο έκρινε ότι ο Ιησούς είναι "ένοχος θανάτου" για το αδίκημα της βλασφημίας. Τον έφτυσαν, τον χτύπησαν στο πρόσωπο και στον αυχένα, τον περιέπαιξαν και κατόπιν τον κράτησαν έγκλειστο την υπόλοιπη νύχτα. Το πρωί συνεδρίασαν εκ νέου πιθανότατα αντιλαμβανόμενοι ότι η καταδίκη για βλασφημία δεν τους παρείχε το δικαίωμα να επιβάλουν θανατική ποινή. Έτσι, αποφάσισαν να μετατρέψουν το κατηγορητήριο σε απόπειρα στάσης ή εσχάτης προδοσίας κατά της Ρώμης και να οδηγήσουν τον Ιησού ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου, Ρωμαίου Επιτρόπου ("procurator"), ο οποίος ήταν αρμόδιος να επιβάλλει θανατική ποινή (Πρβλ. Τρωιάνο, Σταυρωθείς επί Ποντίου Πιλάτου, Ε ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Απρίλιος 2001, σελ.24-25). 
  Το ρωμαϊκό δίκαιο παρείχε στους διοικητές των επαρχιών την εξουσία να ασκούν ποινική δικαιοδοσία και να επιβάλλουν θανατική ποινή σε περιπτώσεις εγκλημάτων κατά της ρωμαϊκής πολιτείας (Τρωϊάνος, ό.π.), αλλά όπως μαρτυρούν οι Ευαγγελιστές και όπως θα ήταν μάλλον προφανές, στην συγκεκριμένη περίπτωση ο Πόντιος Πιλάτος κατανόησε αμέσως ότι δεν στοιχειοθετείτο ούτε κατά διάνοια η διάπραξη τέτοιου εγκλήματος. Αρχικώς, κάλεσε τους Αρχιερείς να παραλάβουν τον Ιησού και να τον κρίνουν σύμφωνα με τους νόμους τους, όπως προφανώς είχαν τέτοιο δικαίωμα. Εκείνοι αρνήθηκαν με την ωμή παραδοχή ότι δεν είχαν αρμοδιότητα επιβολής θανατικης ποινής (Κατά Ιωάννη , ιη΄31-32). Εν συνεχεία, εντυπωσιασμένος από το μίσος εναντίον του, επανήλθε, του ανακοίνωσε ότι το έθνος του τον παρέδωσε σε αυτόν  και τον ρώτησε : "Τι έκαμες;" ("τι εποίησας;", Κατά Ιωάννην, ό.π.35). Ο Ιησούς του αποκρίθηκε ότι ήλθε στον κόσμο για να κηρύξει την αλήθεια, ο Πιλάτος αναρωτήθηκε"τι είναι αλήθεια;"  και ανακοίνωσε στους Ιουδαίους ότι δεν βρίσκει ότι έχει διαπράξει κανένα αδίκημα (Κατά Ιωάννην, ό.π. 38). Επειδή όμως δεν ήθελε να έλθει σε σύγκρουση με τον όχλο,  έθεσε σε εφαρμογή έθιμο σύμφωνα με το οποίο είχε την εξουσία να απελευθερώσει κάποιον κρατούμενο την περίοδο του εβραϊκού Πάσχα και τους κάλεσε να αποφασίσουν οι ίδιοι εάν θέλουν να τον αφήσει ελεύθερο. Οι Ιουδαίοι κραύγασαν ότι ζητούν την απελευθέρωση, όχι του Ιησού αλλά  του Βαραββά. Ο Πιλάτος, σε μία ύστατη προσπάθεια να μην λάβει την απόφαση αλλά να καταπραϋνει το πλήθος, διέταξε την μαστίγωση του Ιησού. Αλλά οι παρευρισκόμενοι δεν αρκούνταν σε τίποτε λιγότερο από τον θάνατο. Επεμεναν ότι ο Ιησούς είναι εχθρός του Καίσαρα, αφού θεωρούσε τον εαυτό του βασιλέα. Ακολουθως ο Πιλάτος, μη επιθυμώντας να έλθει σε αντίθεση με το πλήθος για υπόθεση εσωτερική του έθνους των Ιουδαίων, αποφάσισε την επιβολή της θανατικής ποινής, η οποία εκτελέστηκε δια της σταύρωσης.            
     Ο Ιησούς εμφανίστηκε στην Βηθλεέμ, έδρασε και δίδαξε στην περιοχή της Γαλιλαίας και με το κήρυγμά του απέκτησε πολλούς οπαδούς. Η σύγκρουσή του με το εβραϊκό ιερατείο είχε ως αποτέλεσμα να μεθοδευτεί η θανάτωσή του. Η δίκη του, όχι μόνο δεν είχε κανένα χαρακτηριστικό δίκαιης δίκης, αλλά ομοίαζε περισσότερο με στυγνή επιχείρηση εξόντωσης από εκείνους που διεθεταν την πολιτική δύναμη να το πράξουν. Οι αδικημένοι όλου του κόσμου έχουν το δικαίωμα να επικαλούνται την δική του ανάσταση ως ελπίδα λυτρωμού και δικαίωσης έστω και σε μία άλλη ζωή καλύτερη από αυτήν. 

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΕΜΠΑΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

    Το άρθρο 110 του Συντάγματος καταλείπει την πρωτοβουλία αναθεώρησής του αποκλειστικά στην Βουλή.
    Από το έτος 2013, όταν κατέστη νομικά δυνατή νέα αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος (η παρ. 6 άρ.110 Σ ορίζει ότι δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του Συντάγματος πριν περάσει πενταετία από την περάτωση της προηγούμενης) τα πολιτικά κόμματα εμπαίζουν τους πολίτες ότι δήθεν προτεραιότητά τους αποτελεί η αναθεώρηση των άθλιων συνταγματικών διατάξεων περί ευθύνης υπουργών , ασυλίας και προνομίων βουλευτών, επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εκάστοτε κυβέρνηση,  και πλήρους ασυδοσίας όσον αφορά τα οικονομικά των κομμάτων και όσους ασκούν δημόσια εξουσία και διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα. 
  Αλλά βεβαίως δεν έχουν κανένα λόγο να αναθεωρήσουν τις πιο συμφέρουσες για το πολιτικό σύστημα διατάξεις του Συντάγματος. Έτσι, όλες οι δήθεν προτάσεις τους παρεμένουν στις στήλες των εφημερίδων και των ιστοσελίδων και ουδέποτε καταλήγουν στην Βουλή, ώστε να συγκεντρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός των 50 βουλευτών που απαιτείται για να κατατεθεί πρόταση περί αναθεώρησης του Συντάγματος. 
   Το άρ. 110 προβλέπει ότι "η ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος διαπιστώνεται με απόφαση της Βουλής που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση πενήντα τουλάχιστον βουλευτών, με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ του έναν τουλάχιστον μήνα. Με την απόφαση αυτή καθορίζονται ειδικά οι διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν."  
    " Αφού η αναθεώρηση αποφασιστεί από τη Βουλή , η επόμενη Βουλή , κατά την πρώτη σύνοδό της , αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις" (άρ. 110 παρ.2 και 3). Με απλά λόγια, αρχικώς η βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία 180 βουλευτών ποιες διατάξεις θα αναθεωρηθούν, στην συνέχεια, γίνονται εκλογές και μετά τις εκλογές η βουλή που θα προκύψει αναθεωρεί το Σύνταγμα με πλειοψηφία 151 βουλευτών, ήτοι σύμφωνα με τις επιθυμίες της εκάστοτε κυβέρνησης! 
     Μπορεί όμως να στηθεί και αλλιώς η οπερέτα: Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρ. 110 τα πράγματα μπορεί να εξελιχθούν και αντίστροφα, έτσι ώστε, εάν η πρόταση αναθεώρησης έλαβε πλειοψηφία 151 και όχι 180 βουλευτών στην πρώτη βουλή, τότε η επόμενη Βουλή μπορεί να αναθεωρήσει το Σύνταγμα με πλειοψηφία 180 βουλευτών. Τέτοιου είδους αναθεώρηση υπήρξε η αναθεώρηση του 2008,  κατά την οποία τα κόμματα δεν συναίνεσαν σε καμία σοβαρή τροποποίηση και ευτέλισαν την διαδικασία αναθεωρώντας μόλις τέσσερα εντελώς επουσιώδη άρθρα του Συντάγματος. 
      Το άρ. 1 παρ. 3 του Συντάγματος διακηρύσσει μεγαλόσχημα ότι "όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό" . Αλλά μία πρόταση τελειώνει στην τελεία και η συγκεκριμένη διάταξη μέχρι την τελεία προσθέτει ότι οι εξουσίες ασκούνται "όπως ορίζει το Σύνταγμα."
   Πέρα από ανούσιες και πομπώδεις διατάξεις και πέραν των στοιχειωδών δικαιωμάτων του εκλέγειν και εκλέγεσθει στις βουλευτικές εκλογές, το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει κανένα πολιτικό δικαίωμα στους πολίτες και αφήνει τον λαό μακριά από την διαχείριση και τον έλεγχο της εξουσίας.
     Όσο οι Έλληνες πολίτες θα είναι πολίτες  δεύτερης κατηγορίας και  δεν θα έχουν λόγο (οπως οι πολίτες άλλων χωρών) ούτε για την θέσπιση του Συντάγματός τους, τόσο τα πολιτικά κόμματα και το πολιτικό σύστημα θα τους εμπαίζουν με θράσος και χωρίς ενδοιασμούς.  

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

  "Ανατολικό ζήτημα" , αποκάλεσε η διπλωματία της Δύσης το δυσεπίλυτο και μακροχρόνιο πρόβλημα της  τύχης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των εδαφών της στην Μέση Ανατολή και στην χερσόνησο της Βαλκανικής.
  Ο όρος καθιερώθηκε το 1822 στο συνέδριο της Βερόνας κατά τις συζητήσεις που αφορούσαν την ελληνική επανάσταση. Ωστόσο, οι περισσότεροι μελετητές συγκλίνουν ότι η ολοκληρωμένη θεώρηση του ανατολικού ζητήματος δεν μπορεί να αφορά αποκλειστικά την περίοδο που ξεκινάει στις  αρχές του 18ου αι., οπότε συνειδητοποιήθηκε η ανάγκη διανομής της εδαφικής κληρονομίας που άφηνε πίσω της η καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Απεναντίας, οφείλει να ανατρέξει στον 13ο αι. και να διέλθει τις προηγούμενες φάσεις, ήτοι, αφενός της απόπειρας ανάσχεσης της ορμής των Οθωμανών (1289-1683), οι οποίοι κατόρθωσαν, ξεκινώντας από την Ασία, να κατακτήσουν την Μικρά Ασία, την χερσόνησο της Βαλκανικής, και την Εγγύς και Μέση Ανατολή και, αφετέρου, την φάση, όπου τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων επέβαλαν την διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την επιχείρηση της οικονομικής και πολιτιστικής διείσδυσης μέσα σε αυτήν (1684-1800).
   Το Ανατολικό Ζήτημα δεν εμφανίζεται απλώς ως ένα ζήτημα εδαφικής κυριαρχίας ή επιρροής. Επιπλέον αυτών του αποδόθηκε βαθύ πολιτικό και πολιτιστικό υπόβαθρο το οποίο, με αφετηρία την γενική αντίληψη ότι οι Οθωμανοί "σφετερίστηκαν πανάρχαια ιστορικά δικαιώματα κυριαρχίας άλλων λαών τους οποίους δεν κατάφεραν να ενσωματώσουν εξαιτίας του αγεφύρωτου θρησκευτικού και πολιτιστικού χάσματος που τους χώριζε", συνίσταται τελικώς στην πεποίθηση ότι οι Οθωμανοί, ως ξένοι και δίχως διάθεση προσαρμογής  στα πρότυπα κοινωνικής ζωής των γειτονικών λαών "δεν συνδέονταν αρμονικά με την πολιτική οργάνωση του ευρωπαϊκού κόσμου" και συνεπώς έπρεπε να εκδιωχθούν (Ι.Κ. Χασιώτης, Εγκ. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τ. 7ος, σελ.174).  
    Μέχρι τις αρχές του 18ου αι. οι Μεγάλες Δυνάμεις προτιμούσαν την τεχνητή διατήρηση στην ζωή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με σκοπό να την εκμεταλλεύονται. Αλλά όταν οι υπόδουλοι λαοί της, με πρώτους τους Έλληνες, άρχισαν να επαναστατούν, τότε άνοιξε ο ασκός του Αιόλου.
   Η ελληνική επανάσταση του 1821, η Αιγυπτιακή κρίση  (1831-1833, 1839-1841), ο Κριμαϊκός πόλεμος (1853-1856),  η Ανατολική Κρίση με την εξέγερση των  Βοσνίων, των Βουλγάρων και των  Σέρβων και τον ρωσοτουρκικό πόλεμο (1875-1878), το Μακεδονικό Ζήτημα (1878-1908) , ο ιταλοτουρκικός πόλεμος (1911-1912) και ο βαλκανικός πόλεμος του 1912 οδήγησαν στον ακρωτηριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ η διάλυσή της ολοκληρώθηκε με τον ά παγκόσμιο πόλεμο.       
     Μετά την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι Τούρκοι διασώθηκαν χάρη στις ικανότητες του Κεμάλ, ο οποίος, με την υλική υποστήριξη  των Σοβιετικών και των Γάλλων που έλαβαν υποσχέσεις και ανταλλάγματα, πέτυχε την στρατιωτική αναδιοργάνωση του στρατού του και την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου, το οποίο είχε φθάσει μέχρι τον Σαγγάριο ποταμό. 
    Ο Κεμάλ υποσχέθηκε στην Δύση νομιμοφροσύνη και εξευρωπαϊσμό και  πέτυχε την ίδρυση της Τουρκίας μέσα από τις  στάχτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Ακολούθως, η Δύση θεώρησε ότι με την ίδρυση της Τουρκίας επήλθε το τέλος του Ανατολικού Ζητήματος.  
    Αλλά ο λύκος, ως γνωστόν, όσο και εάν μεταμορφωθεί, δεν αλλάζει ούτε μυαλά , ούτε συνήθειες. Η Τουρκία ουδέποτε επέδειξε ειλικρινή διάθεση εξευρωπαϊσμού και ουδόλως ενστερνίστηκε τις θεμελιώδεις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η δε νομιμοφροσύνη της έναντι της Δύσης αποδείχθηκε ευκαιριακή. 
  Η σημερινή Τουρκία του Ερντογάν, όχι μόνο επιστρέφει στις πολιτιστικές συνήθειες των Οθωμανών, αλλά έφθασε στο σημείο να μην συντάσσεται ούτε στρατιωτικά με την Δύση.
   Από την Τουρκία του Ερντογάν απουσιάζει τόσο η νομιμοφροσύνη , όσο και ο εξευρωπαϊσμός, δηλαδή η επαγγελία του Κεμάλ χάρη στην οποία πέτυχε την ίδρυση του κράτους της Τουρκίας.
    Αλλά, εάν η Δύση θεώρησε ότι με την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ίδρυση της εξευρωπαϊσμένης και νομιμόφρονος Τουρκίας επήλθε το τέλος του Ανατολικού Ζητήματος, το γεγονός ότι οι ανωτέρω συνθήκες της νομιμοφροσύνης και του εξευρωπαϊσμού δεν υφίστανται, είναι προφανές ότι φέρνει την Δύση και τον πολιτισμό της  μπροστά σε ένα νέο Ανατολικό Ζήτημα.      
       



Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΕΡΙ ΕΥΘΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ

   Η συνταγματική διάταξη, δυνάμει της οποίας η βουλή είναι αρμόδια να ασκεί ποινική κατηγορία κατά μελών της κυβέρνησης, καθιερώθηκε αρχικώς δια του άρ. 80 του Συντάγματος του 1864  ως δικαίωμα των αντιπροσώπων του λαού να ελέγχουν τους υπουργούς της κυβέρνησης που διορίζονταν από τον βασιλέα και να περιορίζουν την αυθαιρεσία του. 
  Αλλά εάν σε πολίτευμα της λεγόμενης "βασιλευομένης δημοκρατίας" το δικαίωμα της βουλής να διώκει τους υπουργούς της κυβέρνησης αποτέλεσε δημοκρατική πρόοδο, μετά την κατάλυση της μοναρχίας και την καθιέρωση πολιτεύματος αβασίλευτης δημοκρατίας η διατήρηση αυτής της αρμοδιότητας δεν είχε κανένα λόγο ύπαρξης.
  Τα Συντάγματα 1925 και 1927, τα οποία για πρώτη φορά καθιέρωσαν πολίτευμα αβασίλευτης δημοκρατίας ,  όχι μόνο δεν κατήργησαν το δικαίωμα της βουλής "να κατηγορή" τους υπουργούς, αλλά, απεναντίας, της παραχώρησαν και την αποκλειστική αρμοδιότητα να πράττει προς αυτήν την κατεύθυνση, αποκλείοντας την δικαστική εξουσία. Ακόμη χειρότερο όμως αποδείχθηκε το Σύνταγμα του 1975, το οποίο θεσπίστηκε  από το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης.
  Το άρ. 86 του Συντάγματος 1975 δεν αρκέσθηκε σε επανάληψη των διατάξεων των προηγουμένων Συνταγμάτων που προέβλεπαν αποκλεισμό της δικαστικής εξουσίας και αποκλειστική αρμοδιότητα της βουλής ως προς το δικαίωμα απαγγελίας κατηγορίας κατά μέλους κυβέρνησης , αλλά προχώρησε ακόμη περισσότερο: Αφενός απαγόρευσε να διεξαχθεί ακόμη και "δίωξη , ανάκριση ή προανάκριση" για τα συγκεκριμένα αδικήματα  και, αφετέρου,  επέκτεινε  την εφαρμογή της, όχι μόνο σε όσους είναι εν ενεργεία μέλη κυβερνήσεων (ακόμη και υφυπουργοί) αλλά και σε όσους διετέλεσαν και στο παρελθόν μέλη κυβέρνησης.
   Με την αναθεώρηση του 2001 η βουλή, με ευρύτατη πλειοψηφία από όλα τα πολιτικά κόμματα, τροποποίησε εκ νέου το άρ. 86 έτσι ώστε , κατά πρώτον, ακόμη και για την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης (η οποία διεξάγεται προκειμένου να εξεταστεί εάν υπάρχουν οι προϋποθέσεις άσκησης ποινικής δίωξης) να απαιτείται απόφαση της βουλής και μάλιστα με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών και,  κατά δεύτερον (και κυριότερο), να υφίσταται συντομότατη αποσβεστική προθεσμία προκειμένου η βουλή να ασκήσει δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη κυβέρνησης ή υφυπουργοί, μετά το πέρας της οποίας να μην είναι δυνατόν να ασκηθεί η δίωξη (άρ. 86 παρ.3).Με αυτόν τον τρόπο , ενώ κάθε απλός πολίτης που τελεί κάποιο σοβαρό ποινικό αδίκημα είναι δυνατόν να παραπεμφθεί σε δίκη ακόμη και είκοσι έτη μετά την τέλεσή του, για όσους διετέλεσαν μέλη κυβερνήσεων, για το ίδιο αδίκημα το δικαίωμα παραπομπής δεν μπορεί να ασκηθεί "μετά το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος."        
    Με αυτές τις άθλιες διατάξεις τις οποίες ψήφισαν οι αντιπρόσωποι του λαού ερήμην των πολιτών, το πολιτικό σύστημα διασφάλισε την ατιμωρησία των εκπροσώπων του καθώς οι ίδιοι αποφασίζουν ακόμη και εάν θα ξεκινήσει και η παραμικρή έρευνα σε βάρος τους, ενώ έχουν θεσπίσει και συντομότατη προθεσμία μετά το πέρας της οποίας η δίωξή τους απαγορεύεται. Το καθεστώς ατιμωρησίας  επέτρεψε την άνευ προηγουμένου λεηλασία του δημοσίου χρήματος από εκείνους που είχαν ταχθεί για το προστατεύουν και τα το διαφυλάττουν . Ο δημόσιος πλούτος σπαταλήθηκε  και καταληστεύτηκε, το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε, η χώρα χρεοκόπησε, σειρά σκανδάλων ήλθαν κατά καιρούς στο φως της δημοσιότητας  και ουδείς κατέστη δυνατόν να λογοδοτήσει.
    Ειδικά στον χώρο του φαρμάκου, όπου η δημόσια δαπάνη , από περίπου 1 δις ευρώ το έτος 2001 εκτινάχθηκε στα 5,2 δις ευρώ το 2009, το σκάνδαλο της φαρμακευτικής εταιρείας Novartis, το οποίο αποκαλύφθηκε, όχι από την ελληνική δικαιοσύνη αλλά  από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες,  περιλάμβανε πληροφορίες και για μέλη κυβερνήσεων και ως εκ τούτου ανάγκασε τον αρμόδιο εισαγγελέα να αποστείλει την δικογραφία στην βουλή.
   Η κυβέρνηση και η βουλή  γνωρίζουν πολύ καλά ότι με βάση την διάταξη του άρ. 86Σ δεν είναι δυνατή πλέον δίωξη προσώπου που διετέλεσε μέλους κυβέρνησης , μέχρι και την προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ,για αδίκημα που τέλεσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του , αφού έχει παρέλθει η αποσβεστική προθεσμία του άρ. 86 παρ.3 Σ. Δεν διστάζουν όμως να εμπαίζουν τον ελληνικό λαό.  
   Πολλοί υποστηρίζουν ότι το σκάνδαλο Novartis, είναι το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ιστορία της μεταπολίτευσης. Δεν είναι έτσι. Το μεγαλύτερο σκάνδαλο είναι η θέσπιση των διατάξεων περί ευθύνης υπουργών.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

Η ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο θεσμός της λεγόμενης προστασίας μαρτύρων εισήχθη στην Ελλάδα δια του άρ. 9 του νόμου 2928/2001 ως μέσο προστασίας των ουσιωδών μαρτύρων και των οικείων τους από πιθανή αντεκδίκηση ή εκφοβισμό, όταν πρόκειται με την κατάθεσή τους να συμβάλουν στην εξάρθρωση του οργανωμένου εγκλήματος , όπως αυτό περιγράφεται στο άρ. 187 παρ. 1 ΠΚ με τον τίτλο "εγκληματική οργάνωση" (άρ. 9 παρ. 1 ν.2928/2001).
Ως μέτρα προστασίας μαρτύρων νοούνται τα εξής:
1. Η φύλαξη με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας.
2. Η κατάθεση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτικής ή μόνο ηχητικής μετάδοσής της.
3. Η μη αναγραφή του ονόματος, του τόπου γέννησης, κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας του μάρτυρα.
4. Η μεταβολή των στοιχείων ταυτότητας του μάρτυρα.
5.Η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες.
6.Η μετάθεση ή μετάταξη ή απόσπαση για αόριστο χρονικό διάστημα, με δυνατότητα ανάκλησής της, των μαρτύρων που έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου.
Εκ των ανωτέρω, τα μεν υπό στ. 1-3 διατάσσονται με αιτιολογημένη διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών , τα δε υπό στ. 4-6 αποφασίζονται κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις από τους αρμόδιους Υπουργούς, ύστερα από εισήγηση του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Η υπουργική απόφαση μπορεί να προβλέπει τη μη δημοσίευσή της στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και άλλους τρόπους διασφάλισης της μυστικότητας της πράξης. Τα μέτρα προστασίας λαμβάνονται με τη σύμφωνη γνώμη του μάρτυρα, δεν περιορίζουν την ατομική ελευθερία του πέρα από το αναγκαίο για την ασφάλειά του μέτρο και διακόπτονται αν ο μάρτυρας το ζητήσει εγγράφως ή δεν συνεργάζεται για την επιτυχία τους (παρ. 2 άρ. 9 ν.2928/2001 , όπως τροποποιήθηκε δια του άρ. 8 παρ.1 ν. 3875/2010) .
Ως εγγύηση ότι δεν θα υπάρχει κατάχρηση του θεσμού σε βάρος των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και, ιδίως, ότι οι διωκτικές αρχές δεν θα προβαίνουν σε κατασκευή ενόχων κάνοντας χρήση των διατάξεων που επιτρέπουν την μη αναγραφή του ονόματος, του τόπου γέννησης, κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας του μάρτυρα, ο νόμος όπως τροποποιήθηκε δια του άρ. 8 παρ. 1 ν. 3875/2010 προβλέπει, αφενός ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του ακροατηρίου κάθε διάδικος ή και ο εισαγγελέας έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος του μάρτυρα και το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να αποφανθεί αιτιολογημένα επί του εν λόγω αιτήματος και, αφετέρου, ότι "αν δεν έχουν αποκαλυφθεί τα στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, μόνη η κατάθεσή του δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου " (παρ.4 και 5 ν.2929/2001).
Ο Ν. 3875/2010 προσέθεσε στο άρ. 9 ν. 2928/2001 και παρ. 6 , σύμφωνα με την οποία ο θεσμός της προστασίας μαρτύρων δύναται να τύχει εφαρμογής και κατά την ποινική διαδικασία για τις αξιόποινες πράξεις των άρ.323 ΠΚ (εμπόριο δούλων), 323Α ΠΚ (εμπόρία ανθρώπων), 323Β ΠΚ (σεξουαλικός τουρισμός για την τέλεση συνουσίας ή άλλων ασελγών πράξεων σε βάρος ανηλίκου) και 351 Π.Κ. (σωματεμπορία), καθώς και για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης διακίνησης μεταναστών κατά τα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005, έστω και εάν δεν διενεργούνται αυτές από εγκληματική οργάνωση του άρ. 187ΠΚ.
Αργότερα, το έτος 2014, το πολιτικό σύστημα πιεζόμενο αναγκάστηκε να θεσπίσει την παρ. 2 της υποπαραγράφου ΙΕ.17 του ν. 4254/2014 δια της οποίας προστέθηκε και παρ. 7 στο άρ. 9 ν.2928/2001  έτσι ώστε ο θεσμός της προστασίας μαρτύρων να δύναται να εφαρμοσθεί επιπλέον και σε υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις πολιτικών προσώπων για εγκλήματα των άρθρων 159 (δωροληψία πολιτικών αξιωματούχων), 159Α (δωροδοκία πολιτικών αξιωματούχων) και 235 έως 237Α του Ποινικού Κώδικα (δωροληψία και δωροδοκία υπαλλήλου και δικαστικών λειτουργών), ακόμα κι αν τα εγκλήματα αυτά δεν τελέσθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης.
Τώρα που, κατά την ποινική διερεύνηση του σκανδάλου Novartis εμφανίζονται μάρτυρες να αναφέρουν πολιτικά ονόματα ορισμένοι , οι οποίοι είχαν ψηφίσει (έστω και εάν δεν το ήθελαν ή δεν το είχαν αντιληφθεί ) τις παραπάνω διατάξεις, δεν αισθάνονται άνετα με τις καταθέσεις προστατευομένων μαρτύρων και κάνουν λόγο για "κουκουλοφόρους". Άλλοι κατηγόρησαν το FBI που έφερε στο φως το σκάνδαλο, ότι τους έχει στοχοποιήσει. Αλλά το FBI δεν κάνει εύκολα λάθος όταν πρόκειται να προστατεύσει τα συμφέροντα του αμερικανικού κράτους. "Κουκουλοφόροι" δεν υπάρχουν. Το ζήτημα είναι εάν μεταξύ των συμμετεχόντων στο σκάνδαλο Novartis που ζημίωσε το ελληνικό δημόσιο με τεράστια χρηματικά ποσά υπάρχουν και έδρασαν ως συμμορία και μέλη κυβερνήσεων και, εφόσον περιλαμβάνονται, εάν αυτοί έδρασαν ευκαιριακά ή στο πλαίσιο δομημένης και με διαρκή δράση εγκληματικής οργάνωσης του άρ. 187 ΠΚ
Μάλλον ζητάμε να μάθουμε πολλά από ένα πολιτικό σύστημα που φρόντισε να θεσπίσει την  συνταγματική διάταξη του άρ. 86 του Συντάγματος χάρη στην οποία τα πάντα έχουν παραγραφεί και δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα να διωχθεί κανένας από όσους διετέλεσαν μέλη όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων.